Σύνδεση…

Είκοσι έξι χρόνια μετά, ξανασυνδεόμαστε.

Εδώ μέσα χιλιάδες άνθρωποι γέλασαν, γνωρίστηκαν και έγιναν φίλοι. Κάποιοι έγιναν ζευγάρια, κάποιοι οικογένεια. Τώρα γράφω την ιστορία μας από την αρχή, σε έξι κεφάλαια.

Από:
Sakopetra
Προς:
Όσους ήσασταν εκεί
Θέμα:
Fw: Fw: Fw: Ξαναγυρίσαμε

Θυμάσαι τις φωτοφάρσες, που σε έκαναν Superman ή Άραβα σεΐχη;

Το chat που δεν κοιμόταν ποτέ; Τα πρώτα ραντεβού στο De facto;

Αν ναι, ήσουν κι εσύ ένας από εμάς. Και αυτή η ιστορία είναι και δική σου.

Η ιστορία, ένα κεφάλαιο τη φορά

Τα κεφάλαια ανεβαίνουν εδώ ένα ένα. Όσα έχουν δημοσιευτεί μπορείς να τα διαβάσεις αμέσως.

    Θέλω να σας πω μια ιστορία. Την κουβαλάω μέσα μου, χρόνια. Κάποιοι από εσάς τη ζήσατε μαζί μου, άλλοι θα την ακούσετε τώρα για πρώτη φορά. Είναι μεγάλη, οπότε θα τη μοιράσω σε κομμάτια. Και θα ξεκινήσω από το τέλος, ή μάλλον από εκεί που για μένα κάτι έκλεισε και κάτι άλλο άνοιξε.

    Κεφάλαιο 1«...και το όνομα αυτού, Φώτης»

    Θα πάμε στην Άνδρο, τον Μάιο του 2023. Σε ένα μικρό εκκλησάκι, τον Άγιο Κυπριανό, με το Αιγαίο απλωμένο μπροστά του όσο πιάνει το μάτι. Εκείνη τη μέρα παντρευτήκαμε με την Κωνσταντίνα, και αμέσως μετά θα βαφτίζαμε τον γιο μας.

    Ο γάμος έγινε με λιακάδα, απ’ αυτές που σε κάνουν να πιστεύεις ότι όλα θα πάνε καλά.

    Μόλις τελείωσε το μυστήριο όμως, ο καιρός γύρισε. Σηκώθηκε εκείνος ο αέρας της Άνδρου που τον ξέρει όποιος έχει πάει στο νησί, η θερμοκρασία έπεσε, και ο κόσμος στο προαύλιο άρχισε να μαζεύεται, να φέρνει κάτι ζεστό από τα αυτοκίνητα και να τυλίγεται με ζακέτες. Δεν ξέρω αν ήταν σημάδι. Ξέρω μόνο ότι η ώρα της βάφτισης είχε από την αρχή άλλο βάρος.

    Η κολυμπήθρα ήταν έξω, στο προαύλιο. Γύρω της οι συγγενείς, και λίγο πιο πέρα, σε μια γωνιά, μια παρέα που στεκόταν μαζεμένη. Ο Γιάννης, η Βίκυ, η Ελευθερία, ο Μιχάλης, ο Σπύρος, ο Νίκος, η Αλεξάνδρα και ο Πέτρος. Δεν ήταν όλοι. Υπήρχαν κι άλλοι από την παρέα μας που ήθελαν πολύ να έρθουν, αλλά η απόσταση, οι δουλειές και η ζωή δεν τους το επέτρεψαν. Ξέρω όμως ότι εκείνη τη μέρα η σκέψη τους ήταν στην Άνδρο. Αν κάποιος τους ρωτούσε από πού με ξέρουν, η απάντηση θα του φαινόταν περίεργη: «Από ένα site». Κάποτε, οι περισσότεροι από αυτούς ήταν για μένα απλώς ένα nickname σε μια οθόνη. Με τα χρόνια έγιναν φίλοι. Και κάπου στην πορεία, χωρίς να το καταλάβουμε, γίναμε κάτι σαν οικογένεια. Γι’ αυτό εκείνη τη μέρα ήταν εκεί, στο νησί, στο κρύο, όπως ήταν πάντα στα δύσκολα και στα ωραία.

    Ανάμεσά τους έτρεχαν και τα παιδιά τους: ο Γιώργος, η Βασιλική, ο Ανδριανός, ο Τρύφωνας, η Φρειδερίκη. Μεταξύ μας τα λέμε «Sakopetrakia». Είναι τα παιδιά των ζευγαριών που γνωρίστηκαν μέσα από το site, ερωτεύτηκαν, παντρεύτηκαν. Τα κοίταζα και χαμογελούσα. Ήταν εκεί γιατί πάνω από είκοσι χρόνια πριν είχα γράψει κάποιες γραμμές κώδικα για ένα site. Τίποτα σπουδαίο, έτσι νόμιζα τότε.

    Η Κωνσταντίνα ήταν δίπλα μου. Χαμογελούσε, αλλά τα μάτια της είχαν ήδη αρχίσει να γυαλίζουν. Δεν χρειαζόταν να πούμε τίποτα. Όλοι μα όλοι ξέραμε ποιο όνομα θα ακουγόταν σε λίγα λεπτά.

    Ο παπάς σήκωσε τον μικρό. Για λίγα δευτερόλεπτα έπεσε μια ησυχία. Μου φάνηκε ότι σταμάτησε για λίγο ακόμα και ο αέρας. Μπορεί να το φαντάστηκα. Έτσι το θυμάμαι πάντως.

    «...και το όνομα αυτού...» είπε ο παπάς.

    «Φώτης!» φώναξε η Ράνια, η νονά.

    Ήθελε όσο τίποτα να είναι εκείνη που θα πει δυνατά αυτό το όνομα. Οι λόγοι ήταν δικοί της, και του Φώτη. Και κάποιες ιστορίες είναι πιο όμορφες όταν κλείνουν έτσι.

    Φώτης. Ο δίδυμος αδερφός της Κωνσταντίνας. Το παιδί που έφερε στην παρέα μας περισσότερο φως από οποιονδήποτε, και που χάσαμε τόσο άδικα δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα.

    Το βλέμμα μου δεν έμεινε στην κολυμπήθρα. Έψαξε κατευθείαν την παρέα σε εκείνη τη γωνιά. Τα μάτια μου είχαν θολώσει. Σίγουρα και τα δικά τους. Τους έκανα ένα μικρό νεύμα με το κεφάλι, και ήξερα ότι το κατάλαβαν: «Τα καταφέραμε. Ο Φώτης είναι πάλι εδώ».

    Δεν ήταν δάκρυα χαράς, όχι μόνο. Ήταν σαν να ακουμπούσαμε επιτέλους κάτω ένα βάρος που κουβαλούσαμε δεκαπέντε χρόνια.

    Κάποιοι από εσάς μπορεί να θυμάστε το sakopetra.com. Ήταν από τα μεγαλύτερα portals της εποχής του, και ίσως έχετε γελάσει με καμιά αστεία φωτογραφία του που σας ήρθε με email. Λίγοι όμως ξέρετε ότι το ξεκινήσαμε εγώ και ο Πέτρος, και ότι του έδωσαν ζωή χιλιάδες μέλη που το έκαναν δικό τους, πάνω απ’ όλους όμως αυτή η παρέα.

    Και ακόμα λιγότεροι ξέρετε πόσο επηρέασε τις ζωές όλων μας.

    Για να καταλάβετε γιατί μια ολόκληρη παρέα στην Άνδρο συγκινήθηκε ακούγοντας ένα όνομα, πρέπει να γυρίσουμε πίσω. Στον Αύγουστο του 2000, σε μια άδεια Αθήνα, σε ένα γραφείο διαφημιστικής εταιρείας, της Tempo OMD, στη Σωρού στο Μαρούσι, τότε που το ίντερνετ έκανε ακόμα εκείνον τον θόρυβο όταν συνδεόσουν...

    (Συνεχίζεται)

    Συνέχεια στο Κεφάλαιο 2

    Πίσω στα κεφάλαια

    Είχα υποσχεθεί ότι θα γυρίσουμε πίσω, στον Αύγουστο του 2000, σε ένα γραφείο μιας διαφημιστικής εταιρείας στη Σωρού. Πριν φτάσω όμως σε εκείνο το γραφείο, χρειάστηκε να χάσω ένα ραντεβού.

    Κεφάλαιο 2«Θα τη φτιάξουμε τη Sakopetra;»

    Καλοκαίρι του 2000. Είχα μόλις απολυθεί από τον στρατό. Άφησα πίσω μου τα ελληνοτουρκικά σύνορα στη Νέα Βύσσα και κατέβηκα στην Αθήνα, όπου και έμεινα με την αδερφή μου σε ένα studio στο Κολωνάκι. Ήταν μικρό, αλλά τότε μας φαινόταν μεγάλο.

    Εκείνη είχε τις σπουδές της. Εγώ έπρεπε να βρω δουλειά. Έστελνα βιογραφικά σε ό,τι αγγελία έβρισκα. Εκείνη την εποχή άνοιγε το Carrefour στην Ελλάδα και έψαχνε κόσμο. Έστειλα για το τμήμα μηχανογράφησης, η πρώτη συνέντευξη πήγε πάρα πολύ καλά, και μου έκλεισαν ραντεβού με τον Γάλλο διευθυντή, για να προχωρήσουμε στην πρόσληψη.

    Τα γραφεία τους ήταν στον Άλιμο. Για όσους δεν το θυμούνται: δεν υπήρχε μετρό ως εκεί, ούτε προαστιακός, ούτε Αττική Οδός και ούτε Google Maps. Το να πας από το Κολωνάκι στον Άλιμο με λεωφορεία ήταν από μόνο του ένα ολόκληρο project. Μετά από 3-4 λεωφορεία, έφτασα στα γραφεία τους με δέκα λεπτά καθυστέρηση. Ο διευθυντής δεν με δέχτηκε.

    Και καλά έκανε ο άνθρωπος.

    Πήρα το λεωφορείο της επιστροφής, και μετά από λίγο χτύπησε το κινητό μου. Ήταν ο διευθυντής μηχανογράφησης της DDB. Ήθελε να με δει. Είχα στείλει βιογραφικό σε μια αγγελία διαφημιστικής που ζητούσε «EDP executive». Δεν ήξερα καν τι σήμαινε αυτό. Ήξερα μόνο ότι τα skills που ζητούσαν τα είχα, οπότε έστειλα.

    Την επόμενη μέρα ήμουν στη Σωρού, στο Μαρούσι. Στην ώρα μου αυτή τη φορά. Τα είπαμε, και συμφωνήσαμε να ξεκινήσω στις αρχές Αυγούστου, στη θέση του EDP Executive στην Tempo OMD, το media shop του ομίλου της DDB. Ο προκάτοχός μου, ο Θοδωρής, ξεκινούσε κι εκείνος κάτι καινούριο, στον 4ο όροφο, στη μηχανογράφηση της DDB.

    Αν είχα φτάσει νωρίτερα στο ραντεβού με τον Γάλλο διευθυντή, δεν θα υπήρχε το Sakopetra. Ούτε όλα όσα ήρθαν μετά.

    Η ζωή τελικά είναι τα τρένα που χάνεις, για να προλάβεις τα σωστά.

    Αύγουστος του 2000. Όσοι έχετε μείνει ποτέ Αύγουστο στην Αθήνα ξέρετε πώς είναι. Στον Έβρο παίζει να ήταν καλύτερα.

    Στην Tempo γνώρισα τον Πέτρο. Είχε πιάσει κι εκείνος δουλειά λίγες μέρες πριν από μένα. Σε άλλη θέση ο καθένας, αλλά τα γραφεία μας ήταν δίπλα δίπλα. Εκείνο τον Αύγουστο όλοι είχαν φύγει για διακοπές, και στον όροφο είχαμε μείνει μόνο εμείς οι δύο. Καινούριοι, ψαρωμένοι, χωρίς να ξέρουμε ακόμα πολλά για τη δουλειά. Ο ένας προσπαθούσε να βοηθήσει τον άλλον. Κάπως έτσι γίναμε φίλοι.

    Αν έπρεπε να περιγράψω τον Πέτρο με λίγες λέξεις, θα έλεγα απλώς: ένας πολύ ωραίος τύπος! Ευγενικός από τη φύση του, χωρίς να χρειάζεται να προσπαθήσει. Με ένα μεγάλο, αληθινό χαμόγελο. Έξυπνος, με χιούμορ που σε πιάνει απροετοίμαστο. Είναι από εκείνους τους ανθρώπους που τους συμπαθείς πριν καν τελειώσει η πρώτη σας κουβέντα.

    Η δουλειά μου ήταν να ανεβάζω τα νούμερα της AGB και τις εκπομπές από τη Media Services και να βγάζω τις τηλεθεάσεις. Ο Πέτρος, απ’ ό,τι θυμάμαι, χειριζόταν διαφημιστικά την IMAKO, με τα περιοδικά της.

    Εγώ ήμουν από τότε κολλημένος με τους υπολογιστές και το ίντερνετ. Είχα ξεκινήσει να γράφω HTML. Έφτιαχνα μικρά sites, έτσι, για την πλάκα, και τα έδειχνα στον Πέτρο. Εκείνος κοίταζε, σχολίαζε, γελούσαμε.

    Για να καταλάβουν οι νεότεροι: τότε το ίντερνετ ήταν άλλος κόσμος. Στο σπίτι συνδεόσουν μέσω τηλεφώνου, με εκείνον τον θόρυβο από το modem που ακόμα κάτι κάνει μέσα μου όταν τον ακούω. Όσο ήσουν online, δεν μπορούσε να σε πάρει κανείς τηλέφωνο. Κι αν σήκωνε η μάνα σου το ακουστικό, σου έκοβε το τραγούδι που κατέβαζες τις τελευταίες τρεις ώρες.

    Δεν υπήρχε Facebook, δεν υπήρχε YouTube, δεν υπήρχαν smartphones. Υπήρχε το email. Και μέσα από το email ταξίδευαν τα αστεία: μια φωτογραφία, ένα ανέκδοτο, προωθημένα από τον έναν στον άλλον, μέχρι να γυρίσουν ξανά σε σένα.

    Μια μέρα λοιπόν, μέσα στην ησυχία του άδειου ορόφου, ο Πέτρος γυρίζει και μου λέει:

    «Τι θα γίνει, θα τη φτιάξουμε τη Sakopetra;»

    Η λέξη ήταν δική του εφεύρεση. «Σάκης», όπως με φωνάζουν οι παλιοί φίλοι και οι δικοί μου, και «Πέτρος». Γέλασα. Μου φάνηκε χαζό, αλλά είχε κάτι που μου άρεσε. Ήταν δικό μας. Το κατοχύρωσα ως sakopetra.com και όχι ως .gr, γιατί ήθελα να μοιάζει με κάτι που δεν έχει σύνορα. Μεταξύ μας, ήταν και πιο φθηνό το .com :). Το έκλεισα για ένα χρόνο και το ανανεώνω ευλαβικά εδώ και 26 χρόνια!

    Κάτω από το logo βάλαμε το tagline «Online since 1930». Ήταν ένα τρολάρισμα που το έβλεπες μόλις έμπαινες στο site. Η πρώτη μας φάρσα.

    Ο σκοπός μας ήταν ένας: ένα site για να γελάμε εμείς και οι φίλοι μας. Βρίσκαμε τις αστείες φωτογραφίες που κυκλοφορούσαν τότε στο ίντερνετ, γράφαμε πάνω τους «sakopetra.com» και τις ανεβάζαμε στο site. Δεν είχαμε πλάνο, δεν είχαμε στόχους, δεν ξέραμε καν τι σημαίνει «community». Είχαμε μόνο όρεξη για πλάκα. Τα βράδια, όταν γύριζα σπίτι, καθόμουν στον υπολογιστή και το δούλευα μέχρι αργά.

    Μετά ήρθε η ιδέα για τις φωτοφάρσες.

    Ήταν μια δωρεάν υπηρεσία, πολύ απλή. Μας έστελνες μια φωτογραφία ενός φίλου σου και μας έλεγες τι ήθελες να τον κάνουμε. Άραβα, μπρατσαρά, ξαπλωμένο σε μια παραλία ανάμεσα σε ωραίες κοπέλες. Ο Πέτρος, που ήξερε λίγο Photoshop (αρκετό για τα δεδομένα της εποχής), καθόταν και την έφτιαχνε, και εμείς τη στέλναμε πίσω στο email σου.

    Σήμερα αυτό το κάνει η τεχνητή νοημοσύνη με ένα κλικ. Τότε το έκανε ο Πέτρος, με το χέρι.

    Σε κάθε φωτογραφία υπήρχε, φυσικά, το μικρό μας υδατογράφημα: «sakopetra.com». Και τότε άρχισε κάτι που δεν το είχαμε σχεδιάσει.

    Μια μέρα άνοιξα το mail μου και βρήκα ένα από εκείνα τα emails με αστείες φωτογραφίες που πήγαιναν από inbox σε inbox. Τις άνοιξα μία μία. Και κάποια στιγμή κατάλαβα ότι τις ήξερα. Τις είχα φτιάξει εγώ, λίγες μέρες πριν. Στη γωνία, το watermark: «sakopetra.com». Είχαν φύγει από τα χέρια μας, είχαν περάσει από υπολογιστές ανθρώπων που δεν θα γνωρίζαμε ποτέ, και είχαν γυρίσει πίσω σε μένα.

    Έμεινα να κοιτάζω την οθόνη. Κάπου εκεί έξω, άνθρωποι που δεν είχαμε δει ποτέ γελούσαν με κάτι που είχα φτιάξει ένα βράδυ στο σπίτι μου.

    Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι το Sakopetra δεν ήταν πια μόνο δικό μας.

    Ο Πέτρος δεν ήταν ποτέ ο τύπος που θα ερχόταν σε κάθε έξοδο και σε κάθε συνάντηση από όσες θα ακολουθούσαν. Είχε τη δική του ζωή, τον δικό του ρυθμό. Αυτόν τον ρόλο τον άφησε σε μένα. Αλλά τον ήξεραν όλοι. Στην κοπή της πίτας ήταν εκεί, κάθε χρονιά. Και εκείνη την κρύα μέρα στην Άνδρο, είκοσι τρία χρόνια μετά, ήταν κι αυτός στη γωνιά του προαυλίου.

    Όλα όμως ξεκίνησαν από εκείνη τη φράση του, ένα μεσημέρι του Αυγούστου.

    Δεν ξέραμε ότι εκείνο το μικρό, αστείο site θα άλλαζε τις ζωές εκατοντάδων ανθρώπων. Ότι μέσα του θα γεννιούνταν φιλίες, έρωτες, οικογένειες.

    Εκείνο τον Αύγουστο ήμασταν απλώς δύο ψαρωμένοι τύποι σε έναν άδειο όροφο, που έκαναν την πλάκα τους.

    Ο σπόρος όμως είχε φυτευτεί.

    (Συνεχίζεται)

    Πίσω στα κεφάλαια

    Ήσουν κι εσύ εκεί;

    Βγάλε από το συρτάρι τις παλιές φωτογραφίες. Θυμήσου το nickname σου. Γράψε μου πώς βρέθηκες στο Sakopetra και τι σου άφησε.

    Στείλε μου ό,τι θυμάσαι, όσο μικρό κι αν σου φαίνεται. Οι ιστορίες σας είναι αυτό που έκανε το Sakopetra αυτό που ήταν.

    Στείλε την ανάμνησή σου

    Ή γράψε μου στο sakopetra@gmail.com